epikoinonia@epikoinonia.info

Άρθρο Σπύρου Τζόκα: H μεγάλη μάχη στην Καισαριανή (15-16 Ιούνη1944)

Μαχητές του ΕΛΑΣ, Δεκέμβριος 1944 (επιχρωματισμένη φωτογραφία)

Του Σπύρου Τζόκα
Πανεπιστημιακού – συγγραφέα

Μια από τις κορυφαίες αλλά και τραγικές πράξεις της Κατοχής και της Αντίστασης ήταν εκείνη της μάχης της Καισαριανής, ανάμεσα στο 2ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ Αθήνας (200 μαχητές) και σε 1300 Γερμανούς και ταγματασφαλίτες βαριά οπλισμένους, οι οποίοι για πολλοστή φορά εισέβαλαν αρχικά το απόγευμα της 15ης Ιουνίου και στη συνέχεια τα ξημερώματα της 16ης Ιουνίου 1944 στην Καισαριανή, στην προσπάθειά τους να την καταλάβουν, αιφνιδιάζοντας τον αδούλωτο κι ανυπότακτο λαό της.

Η πληροφορία για την εισβολή είχε διαρρεύσει στον ΕΛΑΣ από ένα τυχαίο περιστατικό λίγες μέρες πριν. Συγκεκριμένα, στις 10 Ιουνίου μια περίπολος του ΕΛΑΣ στα Κουπόνια με επικεφαλής το διμοιρίτη Νίκο Μαραμπότα πλησιάζει τρεις άγνωστους άνδρες με πολιτικά που περπατούν στο δρόμο, για έλεγχο ταυτοτήτων. Εκείνοι τράπηκαν αμέσως σε φυγή και κατέφυγαν σε ένα παντοπωλείο τραβώντας πιστόλια. Μετά από ρίψη χειροβομβίδας, οι δύο σκοτώθηκαν και ο τρίτος αιχμαλωτίστηκε. Στην ανάκριση αποκάλυψε πως ανήκε στα Τάγματα, όπως και οι δύο άλλοι, και έδωσε την πολύτιμη πληροφορία πως στις 15 Ιουνίου επρόκειτο να πραγματοποιηθεί μεγάλη επίθεση στην Καισαριανή.

Το 2ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, έχοντας την πληροφορία αυτή για τις κινήσεις των Γερμανών και των τσολιάδων από νωρίς είχε πάρει θέση σε καίρια σημεία, έτοιμο να επέμβει για να διαλύσει το μπλόκο και να προστατέψει τις γειτονιές και το λαό της Καισαριανής.

Η επίθεση του ΕΛΑΣ έγινε προς τα ξημερώματα από δυο μεριές, στην κεντρική λεωφόρο της Καισαριανής και από την πλευρά του Βύρωνα και της Γούβας. Οι Γερμανοί αιφνιδιάστηκαν, το μπλόκο διαλύθηκε και οι συλληφθέντες πατριώτες έμειναν ελεύθεροι. Η σύγκρουση που ακολούθησε κράτησε μέχρι το πρωί, αλλά οι Γερμανοί δεν μπόρεσαν και πάλι να υποτάξουν την Καισαριανή.

Το μεγαλύτερο τμήμα των ανταρτών του ΕΛΑΣ υποχώρησε προς τον Καρέα και τη Ν. Ελβετία, απ’ όπου κατάφεραν να διαφύγουν προς τον Υμηττό, παρά το ισχυρό γερμανικό μπλόκο που υπήρχε εκεί.

Ο Στεφανής Τσάφος, στέλεχος του ΕΛΑΣ Καισαριανής και της ΟΠΛΑ, μαζί με τα παλικάρια τού Απόλλωνα Δαβλάκου, γραμματέα της οργάνωσης του ΚΚΕ Καισαριανής, πολέμησαν παλικαρίσια τον εχθρό και επιχείρησαν να διαφύγουν μέσα από το γερμανικό μπλόκο του Βύρωνα. Αλλά ο Στέφανος τραυματίστηκε βαριά στο πόδι και δεν μπορούσε να ακολουθήσει τους συναγωνιστές του κι αφού τους παρότρυνε να φύγουν, κρύφτηκε μέσα στα χωράφια σ’ ένα λάκκο, αλλά με το πρώτο φως της ημέρας οι γερμανοτσολιάδες τον ανακάλυψαν οδηγημένοι απ’ τα ματωμένα αχνάρια πάνω στο χώμα και τον συνέλαβαν.

Αλλά και τα άλλα παλικάρια του Δαβλάκου βρέθηκαν περικυκλωμένα στο υψωματάκι «Αστέρι» κοντά στο μοναστήρι. Ήταν ο Απόλλωνας Δαβλάκος, ο Πρόδρομος Αδραμίτογλου, ο Σωτήρης Βενιέρης, ο Ανδρέας Κρυσταλάκος, ο Μιχάλης Μενεγάκης, ο Νίκος Νταλιάνης και ο Γιώργος Πολεμαρχάκης. Τα ξημερώματα ακούστηκαν στο ύψωμα πυροβολισμοί και ριπές που κράτησαν αρκετή ώρα. Τα επτά παλικάρια της ομάδας του Δαβλάκου και σύντροφοι του Τσάφου βρέθηκαν πριν το μεσημέρι γαζωμένοι απ’ τις σφαίρες του εχθρού πάνω στο λόφο. Είχαν πολεμήσει και οι επτά με ηρωισμό και στο τέλος φύλαξαν όπως λέγεται καθένας μια σφαίρα για τον εαυτό του, για να μην παραδοθούν ζωντανοί στον εχθρό. Τους άλλους τρεις αγωνιστές, Τσάφο Στεφανή, Κυριάκο Φερεντίνο και Χατζηνόπουλο, τους βρήκαν κατακρεουργημένους στο Νεκροταφείο.

Κατά τις 9.00’ το πρωί μια κουστωδία από γερμανοτσολιάδες έσερναν με φωνές και βλαστήμιες στη λεωφόρο Καισαριανής «θριαμβευτικά», φορτωμένο πάνω σ’ ένα γάιδαρο τον βαριά τραυματισμένο ΕΛΑΣίτη Στέφανο Τσάφο. Σε μια γειτονιά την ώρα που περνούσαν υπήρχε μπλόκο των Γερμανών σε ένα σπίτι και ετοιμάζονταν να εκτελέσουν επί τόπου μια ολόκληρη οικογένεια που τη θεωρούσαν ύποπτη για τον θάνατο ενός γερμανού στρατιωτικού. Ο Στέφανος Τσάφος, αν και βαριά τραυματισμένος και ημιλιπόθυμος, κατάλαβε τι επρόκειτο να γίνει και με όση δύναμη του απέμενε φώναξε δυνατά προς τους γερμανούς στρατιώτες: «Αφήστε τους, εγώ τον σκότωσα», και τότε οι γερμανοί χίμηξαν πάνω του και τον κατατρύπησαν με τις ξιφολόγχες τους. Η οικογένεια σώθηκε και ο Στέφανος, αφού διαπομπεύτηκε επί ώρες στους δρόμους της Καισαριανής, μεταφέρθηκε στο Γουδή.

Εκεί βασανίστηκε φρικτά. Του έκαψαν το σώμα, του τσάκισαν τα κόκκαλα, του έκαψαν το στήθος και τα γεννητικά όργανα με πυρακτωμένο σίδερο, του έβαλαν βρασμένα καυτά αυγά στις μασχάλες και τον άφησαν ημιθανή λύνοντας και τις χειροπέδες του. Εκείνος όμως, θηρίο ανήμερο, πραγματικό βουρλιώτικο παλικάρι, πετάχτηκε ορθός αιφνιδιάζοντας τους φρουρούς του και άρπαξε ένα τουφέκι έτοιμος να σαρώσει με μια ριπή τους πάντες. Οι φρουροί έντρομοι πήδηξαν από πόρτες και παράθυρα για να αποφύγουν τις ριπές, αλλά το όπλο δεν λειτούργησε και το παλικάρι έπεσε από τα μαζικά εχθρικά πυρά που δέχτηκε μετά τον αιφνιδιασμό. Κάποιοι συναγωνιστές του αφηγούνται ότι στη συνέχεια οι ταγματασφαλίτες περιέλουσαν το πτώμα του με βενζίνη και το έκαψαν. Ήταν 16 Ιουνίου 1944.

Ο Καισαριανιώτης ποιητής Κ. Καλατζής έγραψε για τον Στέφανο Τσάφο τους παρακάτω στίχους:

   «Σαν το λιοντάρι σ’ έπιασαν το βαρυλαβωμένο,

   μα σπας στη δίκη τα δεσμά κι απάνω τους χυμίζεις,

   τα βόλια κι αν σε φάγανε νεκρός τους φοβερίζεις».

Ένα απέριττο μνημείο έχει στηθεί στον τόπο της θυσίας αυτών των παλικαριών και κάθε χρόνο στην επέτειο της μάχης η ΠΕΑΕΑ τιμά τους 10 ήρωες που έπεσαν πολεμώντας εκείνη τη μέρα.

Και οι δυο άλλοι αδελφοί Τσάφου, ο Γιάννης και ο Γιώργος, έδωσαν το παρόν στους αγώνες της Εθνικής Αντίστασης στις γειτονιές της Καισαριανής. Ο Γιάννης ήταν και για χρόνια ο σημαιοφόρος των Αντιστασιακών της Καισαριανής. Η ηρωίδα μάνα αυτών των παλικαριών πέθανε σε βαθειά γεράματα το 1980.

Η φωτογραφία των αδελφών Μανώλη και Στέφανου Τσάφου βρίσκεται ανάμεσα στις φωτογραφίες των δεκάδων αγωνιστών από την Καισαριανή, στη μόνιμη έκθεση για την Εθνική Αντίσταση στο δημαρχείο της πόλης.

(Το κείμενο είναι από το ιστορικό λεύκωμα του Σπύρου Τζόκα «Καισαριανή, η φυσιογνωμία μιας πόλης»).

 486 total views,  9 views today